ιλλυρικός

ιλλυρικός
η , ό[ν] иллирийский

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ιλλυρικός" в других словарях:

  • Ἰλλυρικός — region masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιλλυρικός — ή, ό (ΑΜ ἰλλυρικός, ή, όν) [ἱλλυριοί] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Ιλλυρία ή στους Ιλλυριούς αρχ. 1. το θηλ. ως ουσ. Ἰλλυρική (ενν. ἱστορία) τίτλος έργου τού Αππιανού 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ Ἰλλυρικόν η περιοχή ή η επαρχία τής Ιλλυρίας …   Dictionary of Greek

  • ιλλυρικός — ή, ό αυτός που έχει σχέση με την Ιλλυρία: «Ιλλυρική χερσόνησος» (βαλκανική) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἰλλυρικά — Ἰλλυρικός region neut nom/voc/acc pl Ἰλλυρικά̱ , Ἰλλυρικός region fem nom/voc/acc dual Ἰλλυρικά̱ , Ἰλλυρικός region fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικῶν — Ἰλλυρικός region fem gen pl Ἰλλυρικός region masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικόν — Ἰλλυρικός region masc acc sg Ἰλλυρικός region neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικοῖο — Ἰλλυρικός region masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικοῖς — Ἰλλυρικός region masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικοί — Ἰλλυρικός region masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικοῦ — Ἰλλυρικός region masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰλλυρικούς — Ἰλλυρικός region masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»